…Και ρώτησα το γιό μου ρε γαμώτο τι έγινε και πέθανες πριν από μένα
Δεν το σκέφτηκε καθόλου και μου απάντησε με απάθεια
Παλιά ήμουν ηθοποιός και ροκστaρ και αθλητής και όλα ταυτόχρονα χωρίς να πρέπει να το αποδείξω η να κερδίσω κάτι από αυτό για να ισχύει.Ήρθε η ώρα που κάτι έγινε, το…
‘Όταν η αναμονή της ηδονής πήρε τη θέση της ίδιας της ηδονής του παιχνιδιού κάτι έπρεπε να ψιλιαστώ.’
‘Η διαμάχη κάθε γλώσας με το μυστικό, το κρυμμένο, το άρρητο είναι κατεξοχήν το πλέον βαθιά θεμελιωμένο πρωταρχικό στοιχείο που αντιστέκεται ριζικά τόσο στην επικοιννωνία όσο και στη μετάφραση’.
‘Μία διάβαση:Μεταφράζοντας το μη μεταφράσιμο’ στο Paul Ricceur, Για τη Μετάφραση , μτφρ. Γιώργος Λυγούσης (Αθήνα: Πατάκης, 2010).
‘Η μετάφραση είναι υπαρκτή. Πάντοτε μεταφράζαμε:πάντοτε υπήρχαν έμποροι, ταξιδιώτες, πρέσβεις και κατάσκοποι που είχαν σκοπό να ικανοποιήσουν την ανάγκη μας να επεκτείνουμε τις μεταξύ μας συναλλαγές πέρα από τη γλωσσική μας κοινότητα, η οποία συνιστά έναν από τους βασικούς παράγοντες κοινωνικής συνοχής και συλλογικής ταυτότητας. Οι άνθρωποι που ανήκαν σε μια κουλτούρα δεν αγνοούσαν ποτέ την ύπαρξη ξένων, ανθρώπων δηλαδή που είχαν άλλα ήθη και μιλούσαν άλλη γλώσσα. Οξένος δεν ήταν πάντοτε μια οντότητα που προξενούσε ανησυχία, μιας και τους έκανε να αναρωτούνται αν υπάρχει όντως και ένας άλλος τρόπος ζωής, διαφορετικός από το δικό τους. Η μετάφραση συνιστούσε πάντοτε μία μερική απάντηση σε αυτή τη ‘δοκιμασία του ξένου’.
‘Μία διάβαση:Μεταφράζοντας το μη μεταφράσιμο’ στο Paul Ricceur, Για τη Μετάφραση , μτφρ. Γιώργος Λυγούσης (Αθήνα: Πατάκης, 2010)
Ψάχνει να βρει τι έχει προκαλέσει εκείνο το τεράστιο ρήγμα γύρω από το σπίτι ρη;. Πάντως σεισμός δεν έχει γίνει, αυτό ειν’ το μόνο σίγουρο. Στην αρχή μάλιστα, όταν το είδε απ’ το παράθυρο του μπάνιου, του φάνηκε σαν μια βαθιά χωμάτινη αιχμή που προεξείχε από τη γη, και όχι σαν βαθύ χαντάκι. Ήταν που φόραγε τα ανάποδα γυαλιά, αυτά που κάνουν τις σχισμές αιχμές, τις λείες επιφάνειες τραχιές, αναποδογυρίζουν τις τροχιές και τα εξογκώματα τα κάνουν βαθουλώματα. Έτσι, η πρώτη του αντίδραση ήταν ένα γελάκι καυστικό, καθώς έφτιαχνε στο μυαλό του την εικόνα του γείτονα να υψώνει ένα ανάχωμα ανάμεσα στα δυο οικόπεδα, με στόχο να του σπάσει απλά τα νεύρα. Έπειτα, κι αφού είχε ρίξει νερό στο πρόσωπό του, είχε κατέβει για να φτιάξει και να πιει έναν καφέ. Την είχε βρει στην κουζίνα, να κρατάει το κεφάλι της στους ώμους της με κόπο, γιατί το βράδυ είχαν μακρύνει τα μαλλιά της ένα μέτρο, κ συνεπώς είχαν βαρύνει δυο -ή και περισσότερα- κιλά. Ως συνήθως, δε φορούσε τα γυαλιά της πριν μεσημεριάσει, κι έτσι κι εκείνος δε την είχε ρωτήσει αν παρατήρησε κάτι περίεργο στη θέα, αλλά είχε πάει κατευθείαν κι είχε ανοίξει το παράθυρο πάνω απ’ το νεροχύτη. ‘Α το μαλάκα!’ είχε φωνάξει με έκπληξη διαπιστώνοντας ότι κι απ’ την πίσω πλευρά του σπιτιού είχε υψωθεί ανάχωμα αντίστοιχο με κείνο που έβλεπε στην πρόσοψη. ‘Τι έπαθες, παραμιλάς’; του είχε πει εκείνη γελαστά, καθώς τύλιγε σαν λάσο μία τούφα απ’ τα μαλλιά της γύρω απ’ το λαιμό του με μια κίνηση. ‘Πάλι σε μπελάδες θα μας βάλει αυτός ο γείτονας, ποτέ δεν ησυχάζει. Τι του ήρθε τώρα, και πήρε και χτίζει κάτι χωματένιους τοίχους γύρω γύρω απ’ το οικόπεδο; Να, σήκω να δεις’. ‘Έλα μωράκι μου, άστον κι αυτόν να εκτονωθεί’ του είχε πει ναζιάρικα, και είχε σηκωθεί δήθεν ανόρεχτα να δει, αγκαλιάζοντάς τον απ’ τη μέση και παραμερίζοντάς τον ελαφρά, να σκύψει αυτή με τη σειρά της έξω απ’ το παράθυρο. ‘Αααααα’, σχεδόν κραυγή της ξέφυγε, κι απότομα είχε τραβηχτεί απ’ το περβάζι σπρώχνοντάς τον. ‘Τι τοίχους ονειρεύεσαι αγόρι μου; Βγάλ’ τα γυαλιά να δεις, χαντάκι έχουνε σκάψει γύρω από το σπίτι μας’.
Τώρα στέκεται έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού, μόνος και ξύνει το κεφάλι απορημένος. Ψάχνει να βρει την αιτία που προκάλεσε το ρήγμα περιμετρικά γύρω απ’ το σπίτι τους. Βαθύτατο ρήγμα πάνω από εκατό μέτρα, αν μπορεί να υπολογίσει με τα γυαλιά υψηλής ευκρίνειας που αντικατέστησαν τα ανάποδα γυαλιά. Έχει ήδη κάνει δύο γύρους γύρω από το σπίτι, το οποίο πλέον είναι μονάχο του ένα ‘οικοδομικό’ τετράγωνο, σαφώς διαχωρισμένο με ομοιόμορφους γκρεμούς άψογα σχεδιασμένους από τα γειτονικά σπίτια. Όσο φτάνει το μάτι του, το ίδιο έχει συμβεί και σε όλα τα σπίτια που βλέπει. Έχουν αποκοπεί απ’ τον ιστό και στέκονται απομονωμένα, χωρισμένα μεταξύ τους απ’ αυτά τα παράξενα ρήγματα που εν μια νυκτί χώρισαν την πόλη σε τετράγωνα κομμάτια, σαν γιγάντια σοκολατάκια. Δεν ξέρει τι να κάνει, έχει εγκλωβιστεί στο σπίτι της μετά από μια νύχτα που περάσανε μαζί, τηλέφωνο και ίντερνετ δε λειτουργούν, και το κινητό του έχει κλείσει από μπαταρία.
έτσι τελειώνε (αυτό) ι το βιβλίο, κι έτσι αρχίζει - μέχρι τώρα- η Ζωή:
Ξύπνησα απ’ τα πουλιά που κελαηδούσαν στο αυτί μου. Η κάμαρα δεν ήταν πια καλυμμένη με τη νοσηρή αχλή. Ήταν καθάρια και αναγνωρίσιμη. Στο γραφείο μου, δυο σπουργίτια πάλευαν για ένα ψίχουλο. Στηρίχτηκα στον αγκώνα μου και τα έβλεπα καθώς φτεροκοπούσαν προς το παράθυρο, που όμως ήταν κλειστό. Πέταξαν ίσαμε το χολ, γύρισαν ξανά, αναζητώντας μια έξοδο σαν τρελά.
Σηκώθηκα κι άνοιξα το παράθυρο. Συνέχισαν να πετάνε στην κάμαρα, λες κι ήταν ζαλισμένα. Έμεινα ασάλευτος, αθόρυβος. Ξάφνου χίμηξαν και βγήκαν απ’ το ανοιχτό παράθυρο. ‘Bonjour Madame O!’, τιτίβισαν χαρωπά.
Ήτανε μεσημέρι, η τρίτη ή η τέταρτη μέρα της άνοιξης…
ΧΕΝΡΙ ΜΙΛΕΡ, Ήσυχες Μέρες στο Κλισί
μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασκάης
